akiriapolisiLN3-151217.png
lampros.jpg

Λάμπρος Ντουματσάς

15.12.2017

Άκυρη απόλυση συνδικαλιστή: Δικαιώματα και εξαιρέσεις

Ένα από τα ζητήματα που έχει απασχολήσει κατά καιρούς την ελληνική δικαιοσύνη είναι αυτό της απόλυσης συνδικαλιστικών στελεχών. Δεν είναι λίγες οι δικαστικές αποφάσεις που έχουν δικαιώσει απολυμένα  συνδικαλιστικά στελέχη, τα οποία προσέφυγαν στη δικαιοσύνη, χαρακτηρίζοντας ως καταχρηστικές και επομένως άκυρες τις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους από τους εργοδότες τους.  

Το γενικότερο νομικό πλαίσιο της καταγγελίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ορίζει ότι πρόκειται για μία μονομερή αναιτιώδη δικαιοπραξία, η οποία αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη. Υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Ειδικότερα δε, στο άρθρο 14 § 4 του Ν. 1264/1982 ορίζεται ευθέως ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, στην οποία περιλαμβάνεται και η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία και γενικότερα κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Συνεπώς, οι εργοδότες έχοντας υπόψη τους το ως άνω νομικό πλαίσιο καταγγέλλουν τις συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων - συνδικαλιστών προφασιζόμενοι έτερους λόγους απόλυσης, πλην της νομίμου συνδικαλιστικής δράσης. Ως εκ τούτου, στόχος των απολυμένων συνδικαλιστικών στελεχών, προκειμένου να χαρακτηριστεί μία καταγγελία σύμβασης εργασίας ως άκυρη, είναι να αποδειχθεί ενώπιον του δικαστηρίου ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του προβαλλόμενου λόγου καταγγελίας της σύμβασης με τον πραγματικού λόγο που οδήγησε τον εργοδότη σ’ αυτήν, ήτοι τα αισθήματα εμπάθειας και εκδίκησης εξαιτίας της συνδικαλιστικής δράσης του εργαζόμενου, έτσι ώστε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του να εμπίπτει στην έννοια της καταχρηστικής άσκησης του εργοδοτικού δικαιώματος (ΑΠ 656/2018). 

Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει ότι τα συνδικαλιστικά στελέχη μένουν στο απυρόβλητο, καθώς στο άρθρο 14 § 10 του ίδιου νόμου απαριθμούνται και λόγοι για τους οποίους, κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των προστατευόμενων συνδικαλιστικών στελεχών. Παρά τη διαπιστωμένη ύπαρξη ενός εκ των λόγων της κατ’ εξαίρεσης απόλυσης συνδικαλιστικών στελεχών, ο εργαζόμενος δεν χάνει το δικαίωμα του να υποστηρίξει ότι η άσκηση εκ μέρους του εργοδότη του δικαιώματος καταγγελίας είναι καταχρηστική. Ωστόσο, στο πρόσφατο παρελθόν, η υπ’ αριθμ. 226/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου έκρινε νόμιμη την καταγγελία σύμβασης εργαζομένου – συνδικαλιστή, που είχε προβεί σε εξαπάτηση του εργοδότη - κατά τη σύναψη της σύμβασης - με τη χρήση ψεύτικων πιστοποιητικών, προκειμένου το συνδικαλιστικό στέλεχος να προσληφθεί. 

Ο εργαζόμενος - συνδικαλιστής δύναται να προσφύγει στα δικαστήρια και να ζητήσει την αναγνώρισης ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, καθώς και την καταβολή μισθών υπερημερίας από τον εργοδότη που δεν αποδέχθηκε τις προσφερόμενες υπηρεσίες του. Η σχετική αγωγή ασκείται σε διάστημα τριών μηνών από την κοινοποίηση του εγγράφου της απόλυσης, άλλως το δικαίωμα του εργαζομένου παραγράφεται και η αγωγή απορρίπτεται.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, όπως και σε πολλές άλλες, που θα γίνουν γνωστές τον επόμενο καιρό με τη δημοσίευση των οριστικών αποτελεσμάτων της προκήρυξης 3Κ/2018, οι υποψήφιοι συμπλήρωσαν σωστά τις αιτήσεις τους και δεν υπέπεσαν σε κάποιο σφάλμα, ούτε έκαναν αναληθείς δηλώσεις. Η προκήρυξη, όπως δημοσιεύθηκε, δεν περιείχε κάποια διάταξη που να δίνει τη δυνατότητα να ελεγχθούν, εκτός από τα γενικά προσόντα και oι προϋποθέσεις που θέτει ο Α.Σ.Ε.Π. και η ειδική μοριοδότηση που καθιέρωνε ο ν. 44792017, επιπλέον και η φυσική ικανότητα του κάθε επιτυχόντος να εκτελέσει την εργασία που αντιστοιχεί στην ειδικότητα για την οποία αυτός εξέφραζε ενδιαφέρον. Πολύ περισσότερο δεν υπήρχε πρόβλεψη ώστε τα τυπικά προσόντα να είναι επικαιροποιημένα, όπως στην περίπτωση του οδηγού με πρόβλημα όρασης, ο οποίος προφανώς είχε λάβει την άδεια οδήγησης, που προβλεπόταν από την προκήρυξη ως τυπικό προσόν, σε χρόνο προγενέστερο της εμφάνισης του προβλήματος όρασης.

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: Τι θα γίνει με τους επιτυχόντες υποψηφίους, οι οποίοι για πρακτικούς λόγους δεν μπορούν να αναλάβουν υπηρεσία και καθήκοντα με τις ειδικότητες για τις οποίες επιλέχθηκαν; Θα προσληφθούν κανονικά με την ανάρτηση των πινάκων ή θα ακολουθηθεί κάποια άλλη διαδικασία;

Στο ά. 14 παρ. 6 περ. γ’ του ν. 2190/1994, δηλαδή στον ιδρυτικό νόμο του Α.Σ.Ε.Π., προβλέπεται ότι μεταξύ των θέσεων που προκηρύσσονται κάθε φορά θα πρέπει να προβλέπεται ότι ένα ποσοστό της τάξης του 10% των θέσεων αυτών θα καλύπτονται από πρόσωπα που έχουν πιστοποιημένη αναπηρία ποσοστού μεγαλύτερου του 50%. Στη βάση αυτής της διάταξη κινήθηκε η προκήρυξη 3Κ/2018 με τα ανωτέρω ανεδαφικά αποτελέσματα, όμως, για κάποιες κατηγορίες ειδικοτήτων.

Τα προβλήματα που δημιουργούνται έρχεται να επιλύσει το ά. 84 του πρόσφατου πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Εσωτερικών που ψηφίστηκε την Τρίτη 21.03.2019. Στο άρθρο αυτό προβλέπεται ότι για συγκεκριμένες ειδικότητες εργαζομένων στις ανταποδοτικές υπηρεσίες καθαριότητας των Ο.Τ.Α. δεν εφαρμόζεται η πρόβλεψη του ανωτέρω άρθρου του ν. 2190/1994 και δεν ισχύει η ποσόστωση του 10% για κατηγορίες ατόμων με αναπηρία. Ειδικά για τις κατηγορίες αυτές αναμένεται να εκδοθεί Κοινή Υπουργική Απόφαση η οποία θα καθορίζει ποιες παθήσεις είναι συμβατές με αυτές τις ειδικότητες και μόνο μεταξύ όσων πάσχουν από κάποια από αυτές τις παθήσεις θα ισχύει η ποσόστωση του 10%. Με τον τρόπο αυτό όσοι πάσχουν από παθήσεις οι οποίες δεν θα προβλεφθούν ως συμβατές με τις ως άνω ειδικότητες αυτόματα θα αποκλεισθούν από την κατάληψη κάποιας αντίστοιχης θέσης.

Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί μετά από την ανωτέρω νομοθετική παρέμβαση –η οποία ασφαλώς κινείται στην κατεύθυνση του εξορθολογισμού των διατάξεων της προκήρυξης 3Κ/2018 στο μέτρο που δεν θα αποκλείσει αναιτιολόγητα παθήσεις οι οποίες επιτρέπουν την εκτέλεση των καθηκόντων συγκεκριμένων ειδικοτήτων- είναι τι θα γίνει με όσους αιτήθηκαν την κατάληψη μίας θέσης με ειδικότητα για την οποία η πάθησή τους θα κριθεί ότι δεν είναι συμβατή. Αυτοί θα αποκλειστούν αυτόματα από την διεκδίκηση της θέσης στη βάση της μεταγενέστερης νομοθετικής ρύθμισης; Η λύση αυτή παρίσταται άδικη, καθότι φαίνεται να αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού την ώρα που το παιχνίδι κοντεύει να τελειώσει. Αντίθετα, πολύ πιο δίκαιη μοιάζει μία λύση με την οποία κάποιος που πάσχει από πάθηση, η οποία εκ των υστέρων θα κριθεί ως μη συμβατή με την ειδικότητα της θέσης που πέτυχε να καταλάβει, θα προσληφθεί από τον φορέα που προκήρυξε τη θέση και αυτόματα θα μεταταχθεί σε άλλη θέση και ειδικότητα, συμβατή με την πάθησή του.